ρυσία

ἡ, Α
(κατά τον Φωτ.) «ἡ τῶν τόξων τάσις».
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. τού θηλ. ενός αμάρτυρου επιθ. *ῥύσιος (< ἐρύω [Ι] «σύρω, τραβώ»), πρβλ. ῥύσιον].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ῥύσια — ῥύ̱σια , ῥύσιον surety neut nom/voc/acc pl ῥύσιος delivering neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ρύσιον — και δωρ. τ. ῥύτιον, τὸ, Α [ῥυτός (ΙΙ)] 1. αυτό που αρπάζεται και σύρεται με τη βία και, ειδικότερα: α) το λάφυρο, η λεία («ὀφλὼν γὰρ ἁρπαγῆς τε καὶ κλοπῆς δίκην τοῡ ῥυσίου θ ἥμαρτε», Αισχύλ.) β) αυτό που λαμβάνεται ή κρατείται ως εγγύηση, το… …   Dictionary of Greek

  • ρύσιος — ον, Α [ῥῡσις] 1. αυτός που σώζει, που απολυτρώνει, που απελευθερώνει 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ῥύσιον α) ευχαριστήρια θυσία προς τους θεούς για σωτηρία από νόσο ή από κίνδυνο («ὠδίνων ῥύσια», Ανθ. Παλ.) β) (το ουδ. στον πληθ. ως ουσ.) τὰ ῥύσια… …   Dictionary of Greek

  • REPRESSALIAE — apud recentiores Iureconsultos seu Repressaliarum Ius, potestas est impignerandi contra quemlibet de terra debitoris, data creditori, pro iniuriis et damnis, l. si pignerationes, de iniur. et damn. dat. l. 6. Cuius inventum non novum esse… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ῥύσι' — ῥύ̱σια , ῥύσιον surety neut nom/voc/acc pl ῥύσια , ῥύσιος delivering neut nom/voc/acc pl ῥύσιε , ῥύσιος delivering masc/fem voc sg ῥύσιι , ῥύσις flow fem dat sg (epic doric ionic aeolic) ῥύσιε , ῥύσις flow fem nom/voc/acc dual (epic doric ionic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.